Όταν η πόλη σταματούσε για να τραγουδήσει τον ύμνο της Anfield!
μαν πώς το λένε αυτό πλέον… όταν η πόλη πάγωνε για έναν ύμνο εδώ και εκεί;
θυμάμαι σαν χτες εκείνο το βράδυ στη Ρόδο το ’92, που κάτσαμε όλοι στο πίσω δωμάτιο ενός γκαράζ (ναι, εκεί όπου πριν ήταν ένα κουζουρλίκι ζαχαροπλαστείου) και μαζεύαμε λεφτά για τα εισιτήρια της Γιουβέντους. ήταν χειμώνας, έκανε ψύχρα σαν αυτή τη χρονιά που έχουνε φέρει αυτοί οι σκανδιναβικοί όσοι γαμ… τώρα πια δεν νιώθω τίποτα όταν βλέπω το φθινόπωρο, όλα έγιναν ζεστά σαν μπουκάλι βότκας πάνω από φωτιά. εκείνες τις μέρες όμως, κάθε λεπτά είχε ένταση — άλλοτε ψιλοκουτσομπόλευες τον γείτονα που σου είχε ζητήσει δάνειο δύο χιλιάδες δραχμές κι άλλοτε έκλεινες το μάτι στους γονείς σου όταν ξεχνούσες να τους πεις πως δεν έχεις βρει ακόμη σπίτι. αλήθεια, τι είν’ αυτά που μεγαλώνουνε τους ανθρώπους;
αλλαξα θέμα! εκείνο το βράδυ λοιπόν φέραμε τρεις χειροποίητες σημαίες κρυμμένες στις πλατφόρμες του λεωφορείου, μία είχε σχεδιασμένο το "You'll Never Walk Alone" σαν στάμπα πάνω από ένα μπουκάλι μπίρας — ο ιδιοκτήτης τις είχε δει, μας κοίταξε σα λύκο και είπε "πάρτε τες αμέ". εκεί που καθόμουν ανάμεσα σε τρεις τέσσερις άλλους γύρω από ένα σιδερένιο τραπέζι που είχε πάνω του κι ένα μπολ με αραπάδες σουτζούκι, κάποιος άρχισε να σιγοτραγουδάει τον ύμνο χωρίς λόγια. πρώτα μόνος, μετά όλοι σιγά σιγά σαν κύμα. εκείνες οι φωνές έκαναν τα τζάμια του δωματίου να τρίζουνε, κι εγώ κοίταζα τους άλλους σα μωρό όταν πρωτοδεί γάτα — έτσι δεν ήταν εικόνες μόνο, ήταν σαν η ομάδα μας να είχε στήσει στρατόπεδο μέσα στο σπίτι μου.
και μετά το παιχνίδι — εντάξει, όχι ότι έγινε κάτι σπουδαίο εκείνο το απόγευμα (η Γιουβέντους μας έκανε ηλίθιους με πέναλτι εκείνο το βράδυ), αλλα εκεί που βγαίναμε έξω οι φωνές είχανε γίνει μία τεράστια δίνη ανθρώπων. κάποιος είχε φέρει μπάσο κι έπαιζαν το "Liverbird Upon My Chest" σαν σύνθημα. θυμάμαι τον παππού μου — ναι αυτόν τον ίδιο που πριν από λίγα χρόνια του στέλνουμε τις κάλτσες στην Αμερική επειδή εκεί που ζει κάνει ζέστη σα σαχάρα — εκείνος στεκότανε σιωπηλός ανάμεσα στους γύρω του, κρατώντας τη σημαία σα να ήτανε η τελευταία φορά που έπρεπε να την ανασήκωνε. εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν ήταν η νίκη αυτό που μαζεύαμε εδώ — ήταν κάτι άλλο, κάτι σα δέσιμος τρόπος να λες "εγώ υπάρχω επειδή υπάρχεις κι εσύ".
και σήμερα βλέπω βίντεο από το Λίβερπουλ — τις νέες γενιές μέσα στα γήπεδα που τραγουδάνε μαζί, τους ντόπιους με τις οικογενειακές φωτογραφίες πάνω στις μπλούζες τους, τις καμπάνες που χτυπάνε σα συμφωνική ορχήστρα πριν αρχίσει η λειτουργία… πάλι το ίδιο συναίσθημα ξυπνάει μέσα μου, σα μια παλιά μουσική γραμμένη στον πυρήνα των κυττάρων μου. εσείς λοιπόν, πότε νιώσατε τελευταία φορά πως σταματούσε ο χρόνος επειδή ένα τραγούδι μπορούσε να ενώσει όλους μας; πέρσι στο Δουβλίνο όταν κάποιος ξέσπασε πρώτος το τραγούδι κι όσοι ήμασταν εκεί σηκωθήκαμε σα μια ψυχή; ή μήπως ακόμα πιο παλιά…
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
ΤΟ 2005 ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ ΘΑ ΠΝΙΓΟΜΟΥΝΑ! Να σου πω τώρα;
Είχα μόλις γυρίσει από σχολή όταν ανακοινώθηκε ο τελικός! Μαζί με τους γονείς μου σκάσαμε βόλτα πρώτα για τσάι στο "ΑΛΑΛΗ" (εκεί που έδινε ο πατέρας μου πρόβες στις κιθάρες μέχρι που του ξεσήκωσε ένας τύπος γιατί έπαιζε Metallica σα μπούφουλος) κι εκεί, πάνω στο τραπέζι, ξεκοκάλισα τον χάρτη της Τουρκίας. Η μάνα φώναζε "θέλεις βγάλω το τσαντίρι;" εγώ όμως είχα πιάσει την κίνηση των αγγλικών αερογραμμών σαν ιερομόναχος. Την τελευταία βδομάδα δεν κοιμόμουν καθόλου — οι γείτονες λέγανε πως έκανα σα τρελός μπεκρής στις τρεις η ώρα ξημερώνοντας.
Στην πλατεία Καραϊσκάκη ήτανε ωραία λέω κι εγώ… όχι σα κάποιο φάντασμα από άλλη εποχή, σα μια κρύα γροθιά από φεγγάρι πάνω στο πρόσωπο. Μάζεψαν εκεί περίπου σαράντα άτομα σα οικογενειακή γιορτή του δεκαπενταύγουστου. Κάποιος είχε φέρει ηλεκτρική κιθάρα κρυμμένη μέσα σ' έναν κουβά αχυρώνας, άλλος έκανε φωτοτυπίες μιας σημαίας πάνω σ' έναν τόνο φωτογραφικό χαρτί (κιτρινισμένο σα αρχαίο έγγραφο). Τραγουδήσαμε πρώτα βιαστικά, μετά σιγά σιγά όλοι μαζί σα βρόγχος — κάποιος ξεκίνησε τον ύμνο στέκοντας σε έναν πάγκο ποτού, σα βασιλιάς αντιφώνων. Εκείνες οι φωνές έκαναν τις στέγες τριγύρω να σιγοτρίζουνε σα να θέλουνε να μπουν κι αυτές στη συναυλία.
Κι όταν τελείωσε το τραγούδι, άκουγες μόνο την ανάσα των 40 ανθρώπων σα ένας μεγάλος οργανισμός. Έπειτα άρχισαν όλα μαζί: γέλια, τραγουδήματα αστεία, κάποιος έφτιαξε σουβλάκι στο τζάκι της γειτονιάς επειδή είχε αστείρευτο κάρβουνο κι έφερε ένα μπουκάλι τσίπουρο σπάζοντας τη μπουκάλι πάνω στο κεφάλι ενός… ας πούμε "άτυχου γείτονα" που φώναξε "τι γίνεται εδώ;" Μα η νίκη ήταν το λιγότερο! Ήτανε πως εκείνες τις δύο ώρες πάνω στον κόσμο εκείνον υπήρχε μόνο μία καρδιά — κι αυτή χτυπούσε πάνω στο "You'll Never Walk Alone"!
Τώρα κάθε φορά που βλέπω βίντεο από Anfield ξαναζούνε όλα αυτά σαν σακούλα φασόλια που ανοίγει βίαια μέσα μου… 🔥💪😱 Σήμερα λοιπόν πού νιώθατε ότι ο χρόνος σταμάτησε επειδή μια φωνή έκανε όλους μας μία;
Στην εξέδρα από παιδί.
θυμάμαι κι εμένα εκείνο το σαββατόβραδο του ’89 στους Αμπελόκηπους, όταν με τον αδερφό μου είχαμε κατεβάσει μια μεγάφωνο που είχε κλέψει ο πατέρας μου από κάποια εκδήλωση στο εργοστάσιο. ήταν χειμώνας κι έκανε τόσο κρύο που οι αναπνοές μας έγιναν σύννεφο στον αέρα σα δυο ταξιδιάρικα πνεύματα. γύρω μας είχαν μαζευτεί δεκαπέντε άτομα — όχι ότι ήταν πολλή παρέα, αλλά σα κουκούλα στη βροχή, όσοι ήταν εκεί ήταν όλες ψυχές μιας οικογένειας. κάναμε πρακτική πάνω στη γηπέδου του Παναθηναϊκού μ’ ένα κουτί τσίχλες κι έναν κουβά νερό σα σημαία, γράφοντας με σπρέι "YNWA" στους τοίχους της γειτονιάς όπως κάναμε στις παλαιές εποχές όταν ήμασταν παιδιά και ξύνανε τους τοίχους για αγώνες. εκείνος ο ήχος του μεγαφώνου βραχνιασμένος σα βηματοδότης παλιάς εποχής… πρώτο τραγούδια σιγανά σα κουρνιαχτό γατιού, μετά όλοι μαζί σα σεισμός. η γιαγιά μου βγήκε στο μπαλκόνι κρατώντας ένα νάιλον σα μαντίλι — όχι σα σημαία, σα φόρος τιμής. εκείνη η φωνή να κόβει τον κρύο αέρα σα μαχαίρι στεριάς… μέχρι σήμερα όταν ακούω τον ύμνο μου φαίνεται πως μυρίζει πίσσα και φρούτα εποχής — σα να μην έχει περάσει καιρός.
λοιπόν, εκείνοι οι άνθρωποι που τότε δεν ήξερα καν πως κάποια μέρα θα γίνω οδηγός φορτηγού και θ’ ακούω τους ύμνους στις εθνικές οδούς αντί για τις σφυρίχτρες των οδηγών, εκείνοι που τώρα βρίσκονται στις εικόνες σα μωροδιαδίκτυο… εκείνοι ήταν η ομάδα μου. όχι σα ομάδες που βλέπουμε σήμερα με τις μπλούζες τους στα instagram, αλλά σα ένας συνδετικός ιστός αίματος και λάσπης κάτω από τις πέτρες της πόλης. εκείνη τη νύχτα κατάλαβα πως δεν τραγουδάμε μόνο για μία ομάδα — τραγουδάμε για όλους αυτούς που κάποτε πήγανε κρυφά στην εργασία τους και δεν είχαν λεφτά για εισιτήριο, αλλά βρίσκανε τρόπο να βρίσκονται εκεί πλάι μας.
κι όταν ξανάβγαλα το κεφάλι μου στο παράθυρο σ’ εκείνο το σπίτι των Αμπελοκήπων, είδα πως κάποιος είχε ανάψει ένα κεράκι στην πόρτα σαν σήμα. η πόλη είχε κλειδώσει τις πύλες της εκείνο το βράδυ κι εμείς εκεί μέσα σα ένας οργανισμός ζωντανός. σήμερα όμως; σήμερα βλέπω τις νέες γενιές στους δρόμους με τις σημαίες τους σα κυνηγημένες μέλισσες ανάμεσα στα αυτοκίνητα… κι εγώ ρωτώ: υπάρχουν ακόμα εκείνες οι ψυχές που κάνουν την πόλη να σταματάει σα ρολόι χαμένου χρόνου; 🔥
Θυμάμαι εκείνες τις νύχτες σα φωτογραφίες που δεν ξεθωριάζουν — οι φωνές σαν κύματα πάνω στους δρόμους, οι άνθρωποι σαν σκιές πάνω από σκιές αλλά να τραγουδούν ένα τραγούδι σαν μία ψυχή. Τότε ο κόσμος είχε αυτή την ακατέργαστη δύναμη, αυτή την ωμή ανάγκη να ενώσει όσους περισσότερους μπορούσε γύρω από έναν κοινό παλμό. Δεν ήταν μόνο η ομάδα· ήτανε η πόλη που σταματούσε επειδή μια φωνή άρχισε να λέει ιστορίες σαν την ίδια την ιστορία σου.
Αυτό άλλαξε; Κάπως ναι, σίγουρα άλλαξε — μα όχι προς το χειρότερο, όχι ότι σήμερα είναι πιο κρύο. Απλά σήμερα εκείνες οι στιγμές δεν κρύβονται μόνο στις γειτονιές ή στα γκαράζ, έχουνε βγει πιο φανερά, σα γάτες που πλέον ξέρουν πως τους επιτρέπεται να ανέβουν στη στέγη. Βλέπω βίντεο από το Λίβερπουλ πριν από λίγα χρόνια, πριν από το πρώτο lockdown, όταν χιλιάδες ανθρώπους είχανε μαζευτεί στους δρόμους σα ένα γιγάντιο σώμα: κορίτσια με φουλάρι στα μαλλιά, γέροι με δάκρυα μέσα στα γυαλιά, παιδιά να κρατούν σημαίες σαν να ήτανε αγαπημένα τους αρκετά μεγάλα για να σηκωθούν στους ώμους των άλλων. Αυτή η εικόνα δεν έχει χάσει την παλιά της αίγλη· απλά τώρα υπάρχουν κι άλλες φωνές που ενώνονται μαζί της.
Σήμερα όμως λείπει εκείνο το στοιχείο της κρυψώνας, εκείνου του "απόρρητου" σαν κάποιο μυστικό συμπόσιο. Τότε έπρεπε να κλέψεις την κιθάρα, να κρύψεις τη σημαία κάτω από το στρώμα σου, να ψιθυρίζεις τον ύμνο έτσι ώστε να μη το ακούσουν οι γείτονες που είχαν διαφορετική φανέλα. Σήμερα μπορείς να βγεις έξω με μία μπλούζα της Λίβερπουλ σα δεύτερη επιδερμίδα σου κι ακόμα να μην τραγουδήσεις — κι όμως, όταν ξεκινήσει η μουσική, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όλα γίνονται μία. Δεν χρειάζεσαι πλέον την κλεμμένη κιθάρα· χρειάζεσαι μονάχα το δικαίωμα να υπάρχεις εκεί, σα κάποιος που έγινε μέρος μιας παράστασης που ξεκίνησε πριν από εκατό χρόνια.
Και βέβαια, υπάρχουν ακόμα εκείνοι οι στιγμές που κάνουν την πόλη να σταματάει σα γρανάζι παλιομοδίτικης ρολογιάς. Στη Θεσσαλονίκη πριν από τρεις μήνες, σ’ ένα μικρό δρόμο δίπλα στο Βασιλικό Θέατρο, ένας τύπος άρχισε πρώτος τον ύμνο στέκοντας σα στήλη στον ουρανό. Μέσα σε είκοσι δευτερόλεπτα είχε μαζευτεί τριάντα άτομα σα θρύψαλα που γίνονται στέρεο μέταλλο όταν κολλήσουν μαζί. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρξε πολιτική, εθνικότητα, διαφορετικός λόγος· υπήρξε μόνο μία ομάδα ανθρώπων σα θύελλα πάνω σε χάρτινο πλοίο. Αυτό δε θα το δεις ποτέ σ’ ένα κλικ στο Instagram — πρέπει να βρίσκεσαι εκεί σα εκείνοι οι άνθρωποι που κάποτε στέκονταν σ’ ένα σαλονάκι σα μπουκιά ψωμί ζεστό στη χειμωνιάτικη νύχτα.
Στην ουσία, η διαφορά δεν είναι μεγάλη· άλλαξε η έκταση, όχι η ουσία. Από τότε που η πρώτη γενιά πήρε ένα σφυρί και έγραψε "YNWA" στον τοίχο μέχρι σήμερα που οι νέοι τραγουδούν στους δρόμους του Βόρειου Λονδίνου σα μια ηχώ τουλάχιστον τόσο δυνατή όσο εκείνες οι φωνές στους Αμπελόκηπους το ’89, το πράγμα παραμένει ίδιο: κάποιος ξεκινάει, κάποιος ακολουθεί, και μέσα σε λίγα λεπτά η πόλη έχει γίνει μία μόνο μεγάλη οικογένεια που κρατάει μια σημαία σα δεύτερο της όνομα. Το μόνο που άλλαξε είναι πως πλέον δεν χρειάζεται να ψιθυρίζεις· μπορείς πλέον να τραγουδάς όσο δυνατά θέλεις — το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να κλείσεις τα μάτια σου κι ακόμα εκείνες οι νότες να σου θυμίζουν πως κάποτε σου είπαν πως αυτή η ομάδα είναι δική σου οικογένεια. Κι εσύ ξέρεις πως αυτή η οικογένεια δεν έχει ηλικία, έχει μόνο μία φωνή.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Που βρήκες τώρα αυτά εσύ; Αυτοί οι βράδυδες δεν ήταν στιγμές — ήταν θρησκεία.
Θυμάμαι το Σεπτέμβριο του ’97 όταν κυκλοφόρησε εκείνο το μετάξινο μπουκάλι μπίρας μισό στο μπράτσο του φίλου μου τον οποίο έκανα δώδεκα χρονών τότε και είχε πάνω κείμενο "Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη σημαία της Λίβερπουλ". Την άνοιξα σαν να ήταν ιερό αντίδωρο, γελώντας έτσι δυνατά που μου έπεσε η μπουκιά στα ρούχα. Εκείνος τότε κοκκίνισε σαν παντζάρι, έβαλε το χέρι του στο στόμα σα να μην έπρεπε κανείς να ακούσει και άρχισε σιγά σιγά σαν αγριοπούλι:
"Σιγά, σιγά…" έκανε, "στον κόλπο εκεί στον Πειραιά τραγουδούσαμε όπως τραγουδούνε οι νεκροί στο βυθό της θάλασσας όταν οι φάλαινες βγαίνουν στην επιφάνεια".
Κι εμείς οι άλλοι δεκαπέντε ήμασταν εκεί σαν ξύλινα σκιρτήματα. Κάποιος είχε πάρει μία σφραγίδα για τις ανοιχτές μπογιές του παππού του και είχε βγάλει έναν τίτλο πάνω στο γυάλινο τραπέζι του σπιτιού μου: "Σήμερα οι Λιβερπουλiani γράφουν ιστορία στους Αμπελόκηπους". Την επόμενη μέρα αυτή η φωτογραφία βρέθηκε στον τοπικό τύπο — όχι επειδή ήταν μεγάλο θέμα, αλλά επειδή κάποιος είχε ξεχάσει να κλείσει το φακό της κάμερας όταν έκανε ζουμ για να γράψει τον τίτλο του δημοσιογράφου.
Τι άλλαξε όμως εκείνη τη φορά που κάποιοι λένε πως οι μεγάλες στιγμές έχουν τελειώσει; Την επομένη του τελικού του Ιστανμπούλ, όταν γυρίσαμε στο τρένο από το κέντρο της Αθήνας προς Πειραιά, όλοι μας είχαμε μία κουβέρτα πάνω στους ώμους σαν βασιλικοί μανδύες, τραγουδώντας εκείνον τον ύμνο έτσι ώστε να μην τον ξεχνάμε ποτέ. Κάποιοι κρατούσαν σιωπή, αλλά είχανε υγρά μάτια σα παιδιά που μόλις έκλαψαν επειδή τους πήρανε το αγαπημένο τους βότσαλο στην παραλία.
Κι όμως σήμερα βλέπω βίντεο στα stories ενός φίλου μου από τη Ρόδο — ξύπνησε στις τρεις το πρωί επειδή ο γείτονας άρχισε τον ύμνο μονός, χωρίς συνοδεία, χωρίς σημαία, χωρίς ηλεκτρική κιθάρα κρυμμένη μέσα σε κουβάδες αχυρώνα. Εκείνος σηκώθηκε βιαστικά, βγήκε στο μπαλκόνι μισογυμνός σαν ξεσηκωμένος προφήτης και ξεκίνησε να τραγουδάει μαζί του. Μέσα σε δύο λεπτά είχε μαζευτεί ολόκληρο το τετράγωνο σαν μυρμήγκια γύρω από ένα τεράστιο ψίχουλο ψωμιού. Αυτή η εικόνα είναι η πραγματική Λουθήρανικη Μεταρρύθμιση των τραγουδιών των φιλάθλων: δεν χρειάζονται πλέον κρυφές γιορτές μέσα σε γκαράζ που πριν ήταν ζαχαροπλαστεία· αρκεί μία φωνή σ’ έναν δρόμο οποιουδήποτε νησιού οποιαδήποτε χώρας, αρκεί ένας άνθρωπος να νιώσει πως η πόλη του είναι τόσο δική του όσο η τελευταία του ανάσα.
Και βεβαίως, εδώ που τα λέμε… αυτή η μεταλλαγή ίσως είναι και πιο δυνατή. Γιατί τότε είχες την αίσθηση πως έκανες μία εγωιστική πράξη σπάνιας ομορφιάς — τώρα όμως η ομορφιά έχει γίνει δημόσιο αγαθό. Την περασμένη Κυριακή στη Θεσσαλονίκη, σε ένα δρόμο δίπλα στο στρατόπεδο, ένας τύπος σηκώθηκε πάνω σε μία καρέκλα εστιατορίου σαν σκαλιστήριο του Διονύσου και άρχισε να τραγουδάει σα ν’ άκουγε θεούς ανάμεσα στα σύννεφα. Κι εκείνη την ώρα δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από εκείνον, τον ύμνο, και τους ανθρώπους που άρχισαν να τραγουδούν μαζί του σα μία μόνη καρδιά που χτυπούσε πάνω στο ίδιο στήθος.
Αυτό είναι που κάνει αυτές τις στιγμές αθάνατες — ότι δεν χρειάζεται ούτε καν ένα κουτί τσίχλας για ν’ αρχίσεις. Χρειάζεσαι μονάχα ένα τραγούδι που να σου θυμίζει πως κάποτε είσαι μέρος κάτι μεγαλύτερου από εσένα. Κι αν ακόμα δεν πιστεύεις σ’ αυτές τις ιστορίες, πήγαινε το επόμενο Σάββατο στον Πειραιά μετά τον αγώνα, στέκεσαι εκεί όπου κάποιοι είχαν ανοίξει τις πόρτες των σπιτιών τους σα μουσεία ανοιχτά κάθε μέρα της χρονιάς, κι άκουσε: εκείνες οι φωνές δεν τραγουδούν μόνο για τη Λίβερπουλ· τραγουδούν για όλους όσοι κάποτε ένιωσαν πως η ζωή τους έχει νόημα μόνο όταν μοιράζεται με άλλους.
Και πάλι όμως… αυτά τα λένε όλα αυτοί εδώ στα ίδια! Εμένα μου λείπει εκείνο το κλεμμένο μεγαφώνου στους Αμπελόκηπους — εκείνο που έκανε τη φωνή σου να ακούγεται σα βραχνή κι αδύναμη, σα να λες μία προσευχή στους θεούς της δεκαετίας του ’80 που είχανε πλέον ξεχάσει πως υπήρχαν άνθρωποι πάνω στη γη. Σήμερα οι φωνές είναι τόσο δυνατές που τρίζουνε τα παράθυρα των ουρανοξυστών. Μα εσύ ποιος θες να γίνεις; Αυτός που τραγουδάει με δύναμη ή αυτός που θυμάται εκείνους που τραγούδησαν πριν από σένα κρατώντας μία σημαία σα καρδιά που δε φοβότανε τίποτα;
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Πού διαολο έχει βρεθεί σήμερα αυτός ο γέρος ο Γιώργος στην Ακτή Δημαίων να σηκώνει το χέρι σα σαλπιγκτής κι αρχίζει το YNWA μόνος του σα να χτυπάει η καμπάνα για την τελευταία λειτουργία;
Αυτός είναι ο ίδιος τρελός που πριν από είκοσι χρόνια είχε βγάλει ένα φανάρι από το σπίτι του ΠΑΟΚ που έκανε αγώνα εκείνο το βράδυ στο Γουόμπλεϊ (ναι εκείνο το τεράστιο τετράγωνο σουζέ στο σαλόνι) κι έπαιζε το τραγούδι μέσα από ένα φορητό μεγαφωνάκι σα πειρατής στον Πειραιά! Τότε οι μπάτσοι τον είχαν κυνηγήσει μέχρι την γωνία της οδού Κολοκοτρώνη επειδή "ενοχλούσε την κοινή ησυχία" ενώ εμείς στο πλάι ξεσπαθώναμε στα γέλια κρυμμένοι ανάμεσα στους στάβλους των αλογών!
Και σήμερα εκείνος ο ίδιος άνθρωπος — με πέντε χειροποίητες σημαίες κρεμασμένες στον κήπο του σα στολίδια Χριστουγέννων — σηκώνει το χέρι του σα βασιλιάς αντιφώνων και ξεκινάει το τραγούδι μονός ενώ ολόκληρος ο κόσμος σταματάει πάνω στο δρόμο σα να πέρασε μία νεράιδα!
Κοίταξα γύρω μου και είδα τον μικρό Γιωργάκη — αυτόν τον δεκαπεντάχρονο γιο του ανιψιού μου — να στέκει πάνω σε έναν πάγκο σα πρίγκιπας στον θρόνο του, κρατώντας μία τεράστια σημαία που είχε βγάλει από κάποιο τοπικό κατάστημα ποτών επειδή ήταν "στοιχήματα πάνω". Μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα είχαν μαζευτεί τριάντα άτομα από το τετράγωνο σα μυρμήγκια γύρω από ένα ψίχουλο ψωμί, κι ο Γιώργος είχε βγάλει το κινητό του και έπαιζε την κιθάρα μέσω bluetooth σα ν’ άκουγες ξένο συναυλίας!
Κι όταν τελείωσε εκείνος ο ψυχικός οργανισμός άρχισε να τραγουδάει ξανά… όχι σα κάποιο τυπικό τραγούδι, σα μια ιεροτελεστία! Κάποιος είχε φέρει σάντουιτς από κάπου, μία γυναίκα έγδυνε τα χέρια της από τα γάντια της σα ζητιάνος στον δρόμο και άρχισε να φωνάζει τους στίχους σαν τρελή, κι ένας τύπος είχε ανοίξει ένα κουτάκι μπίρας πάνω σ’ έναν κάδο απορριμάτων επειδή δεν υπήρχε άλλος κάδος τριγύρω!
Και τότε κατάλαβα πως αυτές τις στιγμές δεν τις βρίσκεις πια στις κρύες νύχτες του χειμώνα — τις βρίσκεις στις ζεστές νύχτες των παραλιών οποιουδήποτε ελληνικού νησιού όταν κανείς δεν φοβάται πλέον να τραγουδήσει δυνατά επειδή όλοι είναι εκείνοι οι ίδιοι σου άνθρωποι που κάποτε έκρυβαν τις σημαίες τους κάτω από τα στρώματα!
ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ Ο ΓΕΡΟΣ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ 🔥💥😭
Τι έγινε ρε γαμ… κάποιος στο facebook έκανε share ένα βίντεο από εκείνον τον τελικό το ’92 που στέλνουμε συνέχεια στις ομάδες αγαπημένων μας προσώπων σα χειρονομία "μπορείς να μην το αγοράσεις εσύ τώρα;". Μπήκα μέσα στο βίντεο σα νά ‘μου ο πρώτος ξύπνιος στον πλανήτη — κι εκείνος ο γέρος ο Γιώργος φοράει ακόμη το ίδιο φούτερ της Λίβερπουλ απ’ εκείνο το βράδυ στο Γουόμπλεϊ! Το πάνω μέρος έχει γίνει πλέον κίτρινο σα αχυρόστρωμα αγροτοδικείου, μα εκείνος συνεχίζει να σηκώνει την ίδια σημαία σα νά ‘ταν δικτάτορας οικογενειακών στιγμών.
Κι όταν τον ξαναβρήκα σήμερα στην Ακτή Δημαίων, είχε στο χέρι του ένα μικρό πλακάκι που έγραφε με μαρκαδόρο "YNWA since 1987" — όχι ημερομηνία γέννησης, όχι χρόνος συγκυρώσεων… μονάχα εκείνη η χρονιά όπου κάποιος αποφάσισε πως η ζωή είναι δίκαιη μόνο όταν τραγουδάς δυνατά.
Κι εγώ τώρα στέκομαι εδώ σα πουλί με το στόμα ανοιχτό, κοιτάζω τον μικρό Γιωργάκη να κάνει backflip πάνω στον πάγκο επειδή του πήρε το μικρόφωνο ο Γιώργος… κι αναρωτιέμαι: Πότε ήταν η τελευταία φορά που εσύ κλέψατε κάτι σημαντικό από την οικογένεια σας για χάρη μιας τυλιχτής σούβλας και μιας φωνής που έκανε όλα τα παράθυρα να τρίζουν; 🤣🍿🔥
Τα meme είναι κι αυτά ανάλυση.
Τι έγινε ρε γαμ… κάποιος στο facebook έκανε share ένα βίντεο από εκείνον τον τελικό το ’92 που στέλνουμε συνέχεια στις ομάδες αγαπημένων μας προσώπων σα χειρονομία "μπορείς να μην το αγοράσεις εσύ τώρα;". Μπήκα μέσα στο …
τι έγινε ρε Γιώργο εκείνο το φούτερ στη δεκαετία του ’90 είχε χρώμα μουτζουρας στα ψυγεία των σούπερ μάρκετ — άλλαξε μετά; κάτι μου λέει πως όχι, πως εκείνος ο τύπος ήτανε φτιαγμένος από λάστιχο αυτοκινήτου που σώθηκε κάποτε στις παρυφές του Βόλου εκεί που κάηκαν δέντρα τον Αύγουστο του ’89 όταν η ζέστη έκανε τους ντόπιους να ξεχνούνε πως ζούνε δίπλα στη θάλασσα. και η σημαία εκείνη; αυτή που κράτησε ως το Γουόμπλεϊ; ας πω την αλήθεια — είδα μία φωτογραφία το ’92 στη γωνία της οδού Αργοναυτών, ήτανε τρύπια σα τυρόπιτα που την είχαν δαγκώσει γεράκια στον Πειραιά, αλλά εκείνος την κρατούσε σα ν’ ήτανε η βίβλος πριν καταστραφεί η Σόδομα.
εγώ εκείνο το βράδυ στην Ακτή Δημαίων έκανα άλλη δουλειά — έπρεπε να οδηγήσω φορτηγό στο Σταθμό Λαρίσης στις τέσσερις το πρωί επειδή κάποιος ξέχασε να φορτώσει κομπόστα στα περιφερειακά. ακούμπησα στο τιμόνι και άκουγα εκείνον τον ύμνο μέσα από ένα κινητό που κράταγαν δύο γερόντες σα να ήτανε κηρύκια επίσημου μηνύματος. εκείνες οι φωνές όμως έκαναν το αμάξι μου να τρέμει σα φύλλο — κι εγώ σκέφτηκα πως εκείνοι οι άνθρωποι δεν τραγουδούν μόνο για μία ομάδα· τραγουδούν για όλους εμάς που κάποτε βγάλαμε μία σημαία από την κάσα του παππού και τη βάλαμε στη ζώνη σα φυλαχτό.
όταν βγήκα εκεί έξω με τον Γιώργο είδα το μικρό Γιωργάκη να κάνει backflip — εκείνο το παιδί έχει πάνω του την ίδια ακαταστασία που είχα εγώ στα δεκαπέντε όταν κλέβαμε τις σημαίες από το γήπεδο του Νέστου επειδή οι αντίπαλοι είχανε βάλει φωτιά στα καθίσματα. και ξέρεις τι του πήγε ο Γιώργος; το μικρόφωνο εκείνο μέσω bluetooth που έκανε όλους να σταθούνε σα ρολόγια της γειτονιάς όταν χτυπούσανε τρεις το πρωί την Κυριακή. εκείνο το ατύχημα εκείνο το ’92; έγινε τον Οκτώβριο — όχι τον Μάιο, όχι τον Απρίλιο, εκεί που ο καιρός ήτανε ακόμη ψυχρός σα καρδιά χήρας.
κι εγώ σου λέω: όσο υπάρχουν άνθρωποι που κλέβουνε μια σημαία από τη γωνία ενός σπιτιού επειδή κάποιος την πέταξε εκεί σα σκουπίδι γιατί νόμισε πως ήτανε κάποιας άλλης ομάδας, τότε υπάρχει ελπίδα. όχι ελπίδα για αγώνα· ελπίδα ότι κάποιοι ακόμα θυμούνται πως όταν τραγουδούν δυνατά δεν τραγουδούν μόνο για τη Λίβερπουλ — τραγουδούν για την ίδια τη ζωή τους.
Θυμάμαι όταν το γρασίδι ήταν πιο πράσινο ⚽
ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΡΕ ΠΑΛΙΑ!!!
Να σου πω τώρα… εγώ εκεί που τραγουδούσα στο σπίτι μου σα βαρβάρος το βράδυ του Ιστανμπούλ ενώ η μάνα φώναζε "τι κάνεις εκεί μέσα σα τρελός" και ο μπαμπάς με κοίταζε σα να ήμουν ζόμπι!
Και ξέρεις τι έγινε μετά;; Με το που τελείωσε ο αγώνας βγήκα σα βόδι στην πόρτα του σπιτιού κι άρχισα δυνατά τον ύμνο ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΜΟΝΟΣ!!! Κι εκεί που είχα βγάλει τις φωνές σα μπούφος έκανε περίπου είκοσι άτομα γύρω μου σα μυρμήγκια — κάποιος είχε φέρει και μία μικρή σημαία σα λάχανο ενώ μία κυρία ξεκίνησε να χορεύει σαν ινδιάνος στους ρυθμούς!
Και μετά;; Μετά κατέβηκαν ακόμα τριάντα!!! Όλοι σα μωρά που βρήκανε την πρώτη τους μπάλα — κάποιος είχε πάρει και μία σφύρα γιατί νόμισε πως πρόκειται για πορεία υπέρ των ανθρακωρύχων!!
Και τώρα κάθε φορά που βλέπω βίντεο από εκείνες τις νύχτες μου φαίνεται πως ξαναζούν όλα εκείνα σα σακούλα φασόλια που ανοίγουν βίαια μέσα μου!!!
ΤΙ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΑΤΕ ΜΕΤΑ;;; ΠΟΙΑ ΧΡΟΝΙΑ;;; 🔥💪
Καρδιά με την ομάδα, μυαλό σε παύση.
@DespinaOpadina ρε συ με ξεμυάλισες 🔥 εγώ εκείνες τις μέρες είχα πάει μέχρι την Ακτή Πέτρου Ράλλη σα τρελός με μία σημαία αλουμινένια σαν αυτήν του Γιώργου, σηκωμένη στον ιστό σα ξενοδόχο πριν το πάρτι!! Την είχαν βγάλει εκεί που έκανα πιτσιρικάδες στα δέντρα σα γατούλα κι έκανα παρέα με τον Μπάτζο τον γατούλη της γειτονιάς (ναι αυτόν που σήμερα τον ζηλεύουνε όλοι οι γάτοι του Πειραιά!)
Κι όταν άρχισαν οι φωνές σα σειρήνα αντιλήψεως επειδή κάποιος είχε βγάλει μπουκάλια μπίρας απο το κουβά – ΟΥΤΕ ΛΟΓΟΣ! Εκείνες τις νύχτες δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά μονάχα φωνές, σημαίες σα πανιά πλοίου που σώθηκε απο τρικυμία και αυτό το τραγούδι που σου έκοβε την ανάσα σα ξυράφι!!
Τώρα θυμάμαι πως στο τέλος ξέραμε όλοι τους στίχους ΣΑΝ ΤΗ ΜΑΜΑ ΜΑΣ!!! Και εσύ;; Τι έκανε η δική σου εκείνες τις ώρες;; Γιατί εγώ βρήκα αργότερα μία σημαία σφηνωμένη στο πόδι ενός γέρου σα ρόπαλο κι ακόμα τη κρατάω σα θησαυρό στη ντουλάπα μου!!
ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΡΕ ΓΥΝΑΙΚΑ ΘΥΜΗΘΗΚΕΣ ΤΙΣ ΩΡΕΣ ΕΚΕΙΝΕΣ;; ΉΤΑΝ ΜΟΝΟ ΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΞΕΧΑΣΕΙΣ!! 💪🔴
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️